Κυριακή, 18 Φεβρουαρίου 2007

ΑΓΛΑΪΑ ΖΩΤΟΥ - Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΙΑΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΡΙΑΣ

Στο Κ της Καθημερινής της Κυριακής δημοσιεύθηκε συνέντευξη της Αγλαΐας Ζώτου. Η Αγλαΐα Ζώτου, ελληνίδα γεννημένη στην Χειμάρα της Αλβανίας το 1926, υπήρξε από την εφηβική της ηλικία στέλεχος του Κομουνιστικού Κόμματος της Αλβανίας, ενώ η οικογένεια της και ο πατέρας της υπήρξαν προσωπικοί φίλοι του ηγέτη του ΚΚΑ Εμβέρ Χότζα. Η κυρία Ζώτου αναφέρει ότι από πολύ μικρή ήταν επαναστάτρια, μάλιστα όπως επισημαίνει έδωσε εξετάσεις και πέρασε στο βασιλικό κολλέγιο με υποτροφία, όντας το μοναδικό κορίτσι που κατάφερνε κάτι τέτοιο. Σε ηλικία 15 ετών βγήκε αντάρτισσα στο βουνό μαζί με το πατέρα της ακολουθώντας το προσκλητήριο του Χότζα. Στην συνέχεια σπούδασε νομική στο Πανεπιστήμιο της Σόφιας σε μία περίοδο που όπως λέει η ίδια ήταν “ρομαντική εποχή που όλοι ξεκινούσαν με αγνά καλοπροαίρετα αισθήματα, πιστοί στα διακηρυγμένα ιδανικά, την εποχή που η εξουσία δεν είχε παίξει ακόμα τον καταστροφικό της ρόλο”. Εκεί και χάρη στον θείο της Βασίλ Κονόμη που ήταν πρέσβης της Αλβανίας γνώρισε πολλούς ανώτατους αξιωματούχους ανάμεσα στους οποίους και τον Γενικό Γραμματέα της 3ης Σοσιαλιστικής Διεθνούς και τότε πρωθυπουργό της Βουλγαρίας Γκεόργκι Ντιμιτρώφ. Έπειτα και αφού πέρασε για λίγο από την Γαλλία όπου εξειδικεύτηκε στην εγκληματολογία επέστεψε το 1952 στην Αλβανία όπου ο Χότζα την τοποθέτησε αρχικά Γενική Διευθύντρια του Νομικού Τομέα του Υπουργείου Δικαιοσύνης και ένα χρόνο αργότερα εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Το 1958 και για λόγους υγείας της μητέρας της βρέθηκε στην Βουλγαρία, όπου διορίζεται Εισαγγελέας Εφετών, ξανασυναντώντας τον έρωτα των φοιτητικών της χρόνων Ντιμίτρι Ζντράβτσεφ, τον οποίο και παντρεύεται τον ίδιο χρόνο και αφού ο Ζντράβτσεφ την ζήτησε από τον ίδιο τον…. Χότζα. Παρότι ήταν ανώτατος στέλεχος του κομμουνιστικού κόμματος άρχισε να βλέπει τον σταδιακό εκφυλισμό του σοσιαλιστικού οράματος και δεν άργησε να έρθει σε σύγκρουση με την ανώτατη ηγεσία του κόμματος καταγγέλλοντας όλες τις αντιδημοκρατικές τακτικές που έπεφταν στην αντίληψη της. Την αντίδραση της αυτή την πλήρωσε βαριά. Βασανίστηκε, από το ίδιο το κόμμα το οποίο υπηρέτησε όλα αυτά τα χρόνια, ενώ εξαναγκάστηκε από τον Χότζα να διαλύσει και τον γάμο της, με τον εκβιασμό ότι θα έστελνε την οικογένεια της εξορία. Μετά από αρκετά δύσκολα χρόνια, είναι και πάλι ελεύθερη το 1968 στο Παρίσι όπου και συναναστρέφεται με μεγάλους των Γραμμάτων και των Τεχνών. Μίκης Θεοδωράκης, Μελίνα Μερκούρη, Φρανσουά Μιτεράν, Υβ Μοντάν και Σιμόν Σινιορέ αποτελούν μέρος του κύκλου της. Στην Γαλλία και το Παρίσι, όπου και έγινε μέλος της Παγκόσμιας Ένωσης Διανοουμένων και της Ένωσης Γάλλων Ποιητών, έμεινε μέχρι το 1979 και στην συνέχεια γύρισε στην Αλβανία, όπου δύο εβδομάδες μετά την άφιξη της υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει τα Τίρανα και να μετεγκατασταθεί στην μικρή αγροτική πόλη Λούζνια με προσωπική εντολή του προέδρου Χότζα. Η Αλβανία στην οποία επέστρεψε μετά από είκοσι περίπου χρόνια ήταν μία κοινωνία “σε τέτοιο σημείο εσωτερικής φθοράς και αποσύνθεσης, που οι άνθρωποι είχαν χάσει παντελώς την εμπιστοσύνη τους στους συνανθρώπους, ακόμα και στους συγχωριανούς, συγγενείς και φίλους. Γενική ανασφάλεια και καχυποψία, αλληλοπαρακολούθηση και επισημοποιημένος χαφιεδισμός, ακόμη και μέσα στην οικογένεια. Δύο στους δέκα ήταν όργανα της ασφάλειας. Το καθεστώς, ενώ είχε κατρακυλήσει σ’ αυτό τον ηθικό εξευτελισμό, υποστήριζε ότι διαμόρφωνε τον σωστό και τίμιο άνθρωπο, την καλύτερη κοινωνία!” Το 1991 και μετά την πτώση του “σοσιαλιστικού ονείρου” καταφέρνει και βγάζει τα χαρτιά της για να έλθει στην Ελλάδα. Στην αρχή φιλοξενείται από κάποιος συγγενείς και έναν διαπρεπή έλληνα νομικό και στην συνέχεια με ενέργειες του μακαριστού αρχιεπίσκοπου Σεραφείμ σε ίδρυμα της εκκλησίας στην Αγία Παρασκευή. Από εκεί την έδιωξε η διευθύντρια του ιδρύματος για να καταλήξει με ενέργειες του Αντιδημάρχου Αθηναίων κυρίου Σκιαδά σε ξενώνα απόρων στην πλατεία Βάθης.

Αυτή είναι η ιστορία της Αγλαΐας Ζώτου. Η ιστορία μίας γυναίκας που πίστεψε σε κάποια ιδανικά, βοήθησε με όλη της την ενέργεια να επικρατήσουν αλλά όταν είδε ότι οι ελπίδες που είχε για ένα καλύτερο αύριο αποδείχθηκαν φρούδες δεν δίστασε να έλθει σε σύγκρουση με τους παλιούς της συντρόφους και να πληρώσει πολύ ακριβά αυτή της την επιλογή. Αλήθεια πόσο καλύτερος θα ήταν ο κόσμος μας αν είχαμε πολλούς και πολλές σαν την Αγλαΐα Ζώτου.

Τετάρτη, 14 Φεβρουαρίου 2007

ΑΓΙΟΥ ΒΑΛΕΝΤΙΝΟΥ ΑΝΗΜΕΡΑ

Σήμερα από το πρωί που πήγα στην δουλειά όλοι εύχονται χρόνια πολλά. Κοιτάω το ημερολόγιο. 14 Φεβρουαρίου. Βαλεντίνης, Αυξεντίου και Μάρωνος των οσίων γράφει. Του Αγίου Βαλεντίνου σκέφτομαι. Μπορεί η δολοφονία του διοικητή του ΙΚΑ Γιάννη Βαρθολομαίου να μονοπωλεί ακόμα τις συζητήσεις, ακόμα και ποιηματάκι έλαβα στο email μου, αλλά η ημέρα των ερωτευμένων έχει και αυτή την τιμητική της. Οι ερωτήσεις δίνουν και παίρνουν. Τι θα κάνεις σήμερα; Θα πάρεις τίποτα στον αγαπημένο/η σου; Άλλοι αναλύουν τα σχέδια τους για το βράδυ, άλλοι, οι περισσότεροι, λένε το κοινότοπο δεν πιστεύω εγώ σ’ αυτή την γιορτή, εμπορευματοποίηση της αγάπης είναι. Σκέφτομαι πως έχουν δίκιο. Εμπορευματοποίηση της αγάπης είναι. Αλλά και τι με αυτό. Μήπως τα Χριστούγεννα και το Πάσχα δεν έχουν εμπορευματοποιηθεί; Μήπως τα πάντα σήμερα δεν έχουν εμπορευματοποιηθεί; Η ίδια μας η ζωή δεν είναι εμπορευματοποιημένη; Είναι κακό να υπάρχει μία ημέρα που να γιορτάζει τον έρωτα; Την αγάπη; Το συναίσθημα αυτό που σε κάνει να πετάς στα ουράνια;

Θυμάμαι την πρώτη φορά που ένοιωσα ερωτευμένος. Μαθητής Λυκείου. 20 χρόνια περίπου πίσω. Πως έτρεμε η καρδιά μου στο πρώτο ραντεβού. Πως ένοιωσα στο πρώτο φιλί. Θυμάμαι την πρώτη βόλτα στην παραλία του Καλαμακίου, όπου μέσα σ’ ένα δίωρο είπα δεν είπα μία φράση. Κρατώντας ένα τριαντάφυλλο στο χέρι που είχα κόψει από τον κήπο του σπιτιού μου και από την αμηχανία μου είχα ξεχάσει να το προσφέρω στην «Βαλεντίνα» μου. Αλήθεια πόσο ευτυχισμένος ένοιωθα εκείνο το βράδυ.

Θυμάμαι την πρώτη γνωριμία με την γυναίκα μου. Δεκαπέντε χρόνια πριν. Αλήθεια πως πέρασαν τόσο γρήγορα; Το πρώτο μας ραντεβού, το πρώτο μας φιλί. Οι πρώτες μας διακοπές στην Ύδρα. Τι όμορφα που ένοιωθα. Τι όμορφα που περάσαμε. Τι όμορφα που περνάμε. Διαφορετικά από τότε αλλά πάντα αγαπημένοι. Με την κορούλα μας να έχει μπει πλέον στην ζωή μας, σαν ολοκλήρωση μίας σχέσης, με τα πάνω και τα κάτω της, με τις καλές και τις κακές στιγμές, που ήταν όμως πάντα βασισμένη στην αγάπη. Γράφοντας αυτές τις σκέψεις μου έρχεται στο μυαλό το τραγούδι του Λαυρέντη Μαχαιρίτσα

Σ' όλα τ' άλλα δημοκράτης ήπιος και ανεκτικός

μα στον έρωτα αντάρτης και σκληροπυρηνικός

ο πλουραλισμός δουλεύει μόνο στη δημοκρατία

ο έρωτας ο προλετάριος δε σηκώνει αποστασία

Στην αγάπη είμαι κνίτης

και να μου τη διαδηλώνεις

να 'χεις τη γροθιά σφιγμένη

όταν πρόκειται για μας

κάθε χάδι σαν τσιτάτο

θέλω να τ' αφομοιώνεις

και Σταλινικιά να είσαι σε ζητήματα καρδιάς

Στα συντάγματα οι διατάξεις θέλουν εκσυγχρονισμό

μα στον έρωτα ό,τι αλλάξεις πάντα φέρνει διχασμό

Για το αίσθημα δουλεύω έξτρα και υπερωρία

μα αν δε δώσεις ό,τι παίρνεις θα σε στείλω εξορία

Νομίζω πως κάπως έτσι νοιώθω σήμερα. Χρόνια Πολλά σε όλους.

Τρίτη, 6 Φεβρουαρίου 2007

ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΡΙΣΤΕΡΑ;

Μία πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη έδωσε στην Καθημερινή της Κυριακής (4/2/2007) και στην Όλγα Σελλά ο κριτικός λογοτεχνίας Δημήτρης Ραυτόπουλος. Ο κύριος Ραυτόπουλος είναι “ο άνθρωπος που πήρε μέρος, με πρωταγωνιστικό ρόλο, στην δημιουργία και στην διαδρομή ενός περιοδικού, το οποίο ταυτίστηκε με την πνευματική άνοιξη της μετεμφυλιακής Αριστεράς: την Επιθεώρηση Τέχνης”, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην αρχή του άρθρου. Εκείνο που μου προκάλεσε μεγάλο ενδιαφέρον ήταν η απάντηση του (ενός ανθρώπου που πέρασε και αρκετό καιρό εξόριστος στον Αϊ Στράτη) στην ερώτηση της δημοσιογράφου εάν εξακολουθεί να θεωρεί τον εαυτό του αριστερό και τι ακριβώς σημαίνει Αριστερά για εκείνον (παραθέτω αυτούσιο).

“Εξακολουθώ να θεωρώ τον εαυτό μου αριστερό αν υπάρχει Αριστερά. Δεν νομίζω ότι η Αριστερά ξέρει καλά τι είναι. Για την Αριστερά, αυτό που μπορώ να πω είναι ότι πότε δεν την αναγνωρίζω και πότε μου φαίνεται απαράλλακτη. Θέλω να πω ότι καθώς έλειψε το αυταρχικό καθεστώς του μετεμφύλιου (που ήταν κάτι παραπάνω από λογικός αντίπαλός της, σχεδόν παρτενέρ ή έτερο ήμισυ, έλειψε και της έλειψε) φαντασιώνεται αστυνομικό κράτος, παρακράτος, πραιτωριανούς, συνωμοσίες εναντίον του λαού και των λαών, που τους αντιπροσωπεύει κατ’ αποκλειστικότητα ενώ κινείται στο 10%. Η Αριστερά έχει δικαίωμα να κάνει λάθη, το κακό είναι ότι τα κάνει πάντα στην ίδια κατεύθυνση. Προς την διαίρεση, το κοινωνικοπολιτικό μίσος, το ρεβανσισμό, τον παλαιοημερολογίτικο ριζοσπαστισμό, τον τριτοκοσμισμό, την άρνηση και τον κρυφό της έρωτα με την βία. Επιμένει στην πάλη των τάξεων, χωρίς να μας λέει καθαρά ποιες τάξεις εννοεί εκτός από το κεφάλαιο, γιατί κάποιες κατηγορίες προνομιούχων είναι προστατευόμενοι της. Επιμένει στην συγκρουσιακή λογική με το κράτος μόνο. Και αντί να προχωρήσει σε κάθαρση της δικής της ιστορικής συνείδησης, με ειλικρινή αυτοκριτική και εμβόλιο δημοκρατικότητας, εξακολουθεί να έλκεται απ’ ότι πιο ολοκληρωτικό, οπισθοδρομικό και επικίνδυνο σέρνεται στον κόσμο. Όχι, ο δυτικός πολιτισμός δεν είναι η ντροπή του ανθρώπινου γένους, όπως προσπαθεί να μας πείσει ο νέος ανατολισμός αριστερής βλακείας. Όχι, δεν είναι υπεράνω κριτικής οι άλλοι πολιτισμοί, δεν είναι το ίδιο όλες οι αξίες. Το συμπέρασμα είναι ότι η ελεύθερη οικονομία παράγει πλούτο και τον ανισοκατανέμει, ενώ ο κρατισμός παράγει φτώχεια και την κατανέμει δίκαια, εξαιρώντας βέβαια από αυτή την δικαιοσύνη, τη νομενκλατούρα και μερικές ελίτ. Δεν μπορούμε να μιλάμε σήμερα για νεοφιλελευθερισμό, δηλαδή για δαιμονοποιημένο φιλελευθερισμό, σε κοινωνίες όπως οι ευρωπαϊκές, όπου αναπτύσσονται πολιτικές πρόνοιας και αλληλεγγύης. Όλα δεν είναι ιδεώδη κατά την ουτοπία, είναι απλώς σε ανθρώπινη κατεύθυνση. Αντίθετα, στα μοντέλα που πραγμάτωσε η κομουνιστική ιδεολογία, παντού, απέτυχε, έφερε φτώχεια και ανελευθερία. Και συντηρήθηκε μόνο με την τρομοκρατία. Ας αναγνωρίσουμε επιτέλους την πραγματικότητα, αντί να είμαστε οι αιώνιοι αντίπαλοί της.”