Πέμπτη, 15 Ιουλίου 2010

ΚΑΤΙ ΣΑΝ ΙΣΤΟΡΙΑ

Ο Πέτρος θα ‘ταν δε θα ‘ταν είκοσι πέντε χρονών και αυτή σκάρτα δεκαοκτώ. Την είχε δει, του άρεσε, αλλά μέχρι εκεί. Άλλωστε εκείνα τα χρόνια στην Μάνη ακόμα και αυτό ήταν υπερβολικό. Παρόλα αυτά το προσπάθησε και έπεισε την προξενήτρα του χωριού να πει μιά καλή κουβέντα στην οικογένεια της. Αυτοί στην αρχή δεν το είδαν με καλό μάτι αλλά στην πορεία οι αντιδράσεις τους κάμφθηκαν μια και εκείνος δεν ζητούσε και προίκα. Την γνώμη της βέβαια δεν την ρωτήσανε, δεν είχε καμία σημασία. Ότι αποφάσιζαν ο πατέρας και ο μεγάλος αδελφός αποτελούσε νόμο. Στην πραγματικότητα δεν είχε και ιδιαίτερο πρόβλημα να παντρευτεί τον Πέτρο. Ήταν νέος, σχετικά ωραίος και η οικογένεια του είχε μία κάποια περιουσία – όχι τίποτα σπουδαία πράγματα βέβαια, τόσα όμως ώστε να θεωρείται από τους συγχωριανούς ως “καλή”. Για τον ίδιο βέβαια είχε ακούσει ότι δεν ήταν και ο πιο εργατικός άνθρωπος του χωριού, και ότι του άρεσε να παίζει που και που κανένα χαρτάκι. “Δεν σημαίνει τίποτα αυτό” σκέφτηκε, “όταν παντρευτεί θα αλλάξει”.

Ο γάμος έγινε με κάθε επισημότητα. Αυτός σημαιοστολισμένος φορώντας τα γυαλιστερά μαύρα παπούτσια που του είχε στείλει ο ξέδελφος του ο Θωμάς από το Σικάγο, ενώ εκείνη ήταν ντυμένη με το νυφικό της μάνας της – πρώτη κόρη της οικογένειας που παντρευόταν ήταν – που το είχε μεταποιήσει με μαεστρία η γιαγιά της. Όταν φάνηκε στην πλατεία του χωριού, ανεβασμένη πάνω σε μουλάρι, πολλοί ορκίστηκαν ότι τέτοια όμορφη νύφη δεν είχε ματαδεί το χωριό τους. Είμαι όμως σίγουρος ότι αυτό πρέπει να το είπαν και μερικές ακόμα φορές στο μέλλον. Το γλέντι που ακολούθησε ήταν τυπικό μανιάτικο. Με μπουζοπούλες* στο φούρνο, με σπαράγγια, με χειροποίητες δίπλες που είχαν φτιάξει οι καλύτερες μαγείρισσες του χωριού. Με κλαρίνα και χορό. Με μπιστολιές στον αέρα. Λέγεται ότι τρία μερόνυχτα δεν σταμάταγαν να τρώνε, να χορεύουνε και να ντουφεκορίχνουνε - ετσι ήταν τα πράγματα τότε.

Στον χρόνο απάνω ήρθε και το πρώτο παιδί της οικογένειας. Δυστυχώς ... κορίτσι. Εκείνος τσαντίστηκε, αποτελούσε περίπου ντροπή για τους Μανιάτες το πρώτο παιδί να μην είναι γιος. Έπνιξε την πίκρα του στο κρασί και στο χαρτάκι – τον παλιό του φίλο που στην πραγματικότητα ποτέ δεν είχε εγκαταλείψει παρά τα όσα αντίθετα έλεγε τόσο στον πατέρα του όσο και σε εκείνη. Αυτή με μηνώ παιδί στο ένα χέρι και την τσάπα στο άλλο κινούσε για το κτήμα μια και ο Πέτρος δεν έδειχνε και διάθεση να δουλέψει. Παρόλα αυτά κάθε βράδυ προσπαθούσε να πραγματοποιήσει την επιθυμία του για γιό.

Αυτός δεν άργησε να έρθει. Πριν κάν συμπληρωθούν έντεκα μήνες από την πρώτη κόρη, την Σταυριανή, ήρθε και ο γιόκας του. Μόλις του ‘παν τα χαρμόσυνα νέα κατέβηκε στην πλατεία και κέρναγε τους πάντες κρασί. Εκείνη χρόνια μετά είπε ότι ήρθε να δει τον γιό τους τρεις με τέσσερις μέρες αργότερα σκνίπα στο μεθύσι. Άλλοι είπαν ότι ήταν περισσότερο. Ο ερχομός του Μήτσου – του γιού του - δεν φάνηκε όμως να τον αλλάζει. Στο κτήμα εμφανιζόταν αραιά και που, στο σπίτι γύριζε από την πλατεία ξημερώματα, πολλές φορές και μέρες μετά. Όλα τα έτρεχε αυτή. Το κτήμα, τα ζώα, το σπίτι. Δεν ήταν καν είκοσι (άλλωστε μόλις που είχε κλείσει δύο χρόνια γάμου) και τα μαλλιά της είχαν αρχίσει να ασπρίζουν.

Κάπως έτσι πέρασαν ακόμα επτά χρόνια μέσα στα οποία προστέθηκε μία δεύτερη κόρη και κάμποσες αποβολές. Ο Πέτρος καιρό με τον καιρό χανόταν όλο και πιο πολύ στα χαρτιά, άρχιζε να βάζει υποθήκη ότι είχε και δεν είχε. Ανάμεσα σε αυτά και το μεγαλύτερο κτήμα τους. Εκείνη όταν το έμαθε έγινε έξαλη. Πρώτη φορά την είχε δει έτσι. Όλα αυτά τα χρόνια που ασώτευε δεν του είχε πει ποτέ τίποτα. Ούτε τότε που κοιμήθηκε είκοσι τέσσερις ολόκληρες ώρες και δεν πήγε στον έμπορο που θα αγόραζε το λάδι τους σε καλή τιμή, ούτε τότε που έπαιξε το βόδι – ναι! το βόδι, το υπέρτατο περιουσιακό στοιχείο εκείνα τα χρόνια – στα χαρτιά, ούτε τότε που έμαθε από κάποιους μακρινούς συγγενείς ότι τριγύριζε με κάτι παστρικές στο Γύθειο που υποτίθεται ότι είχε πάει για να δουλέψει στην κατασκευή της δημοσιάς**. Ήταν τόσο νευριασμένη που του είπε πολλά.Τόσα πολλά που από κάποια στιγμή και μετά ο Πέτρος δεν είπε καμία κουβέντα. Εκείνη πίστεψε ότι τον ταρακούνησε έστω και λιγάκι. Εκείνος όμως ουσιαστικά αποφάσιζε αυτό που στροβίλιζε στο μυαλό του καιρό τώρα. Για μερικές μέρες αποσύρθηκε στο σπιτάκι στο κτήμα. Όταν επέστρεψε μπήκε στην κάμαρή του, άνοιξε το μπαούλο και άρχισε να μαζεύει τα πράγματα του. Εκείνη μαζί με τα παιδιά τον κοίταγαν με αποροία. “Φεύγω” τους είπε. “Θα πάω στο Τσίκαγο, στον Θωμά”. Τα ΄χασε. Δεν ήξερε αν θα έπρεπε να λυπηθεί ή να χαρεί. Το να φύγει ο άντρας εκείνη την εποχή για την Αμερική ήταν πολύ συχνό φαινόμενο. Συνήθως πηγαίνανε, κάνανε πέντε – δέκα χρόνια διάφορες δουλειές, μαζεύανε και πέντε δεκάρες και επιστρέφανε. Έτσι είχε κάνει και ο Καρβουνάκος που γυρίζοντας αγόρασε τον μύλο, έτσι και ο γιός της Βασίλως που πήρε το κτήμα στην Λαγκάδα. Αν ήταν να κάνει έτσι και ο Πέτρος δεν είχε πρόβλημα να φύγει. Του είχε όμως εμπιστοσύνη;

Ήταν τέλος Νοέμβρη παραμονές των Βαλκανικών πολέμων όταν έπαιρνε το πλοίο από το Γύθειο για Νίκαια και απο εκεί για Halifax και Νέα Υόρκη. Εκείνη δεν του είπε απολύτως τίποτα, απλά του κούνησε το μαντήλι και προσπαθούσε από τα μάτια του να καταλάβει τι είχε στο μυαλό του. Αυτός είχε στραμένη την προσοχή του στον γιό του που τον κοιτούσε με ύφος άγριο. Αυτό το βλέμμα θα έμενε πάντα χαραγμένο στη μνήμη του.

Τον πρώτο καιρό ερχόταν αραιά και που κάποιο γράμμα με κάποια δολλάρια μέσα, αλλά σταδιακά σταμάτησε κάθε επικοινωνία. Από γνωστούς που επέστρεφαν από το Αμέρικα μάθαιναν ότι άλλοτε δούλευε λάτζα, άλλοτε σε κάποιο μπακάλικο και άλλοτε καρότσι με πινότσια*** στο δρόμο. Χρόνια μετά λάβανε από αυτόν και μία φωτογραφία με άλλους συγχωριανούς από κάποια εκδήλωση στην Αμερική. Ήταν καλοντυμένος, με γραβάτα και καπέλο, είχαν όμως αρχίσει να αραιώνουν τα μαλλιά του.

Στο μεταξύ όμως μεσολάβησε ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος, η μικρασιατική καταστροφή και η επικοινωνία χάθηκε οριστικά. Τα παιδιά είχαν μεγαλώσει, η μεγάλη η Σταυριανή ήταν πια στα είκοσι και έπρεπε να παντρευτεί. Ο Τζων συγχωριανός που είχε φύγει οκτώ χρονών παιδάκι για την Αμερική και ήρθε για πρώτη φορά τότε, στα είκοσι οκτώ του, πίσω, την είδε, του άρεσε και είπε στην μάνα της ότι θα την πάρει μαζί του. Τον Οκτώβρη φύγανε μαζί με την ξαδέλφη της την Χρυστάλλα. Παρότι η μάνα της, της είπε να ψάξει να βρει τον πατέρα της, η Σταυριανή δεν το έκανε ποτέ. Δεν επιθυμούσε να τον βρει. Αργότερα μαθεύτηκε ότι ο Πέτρος που είχε μάθει ότι η μεγάλη του κόρη ήταν καλοπαντρεμένη στην Νέα Υόρκη, την έψαξε και την βρήκε λίγο μετά το μεγάλο κραχ το 30-32, όντας απένταρος και άνεργος, αλλά εκείνη αφού τον έβρισε του έκλεισε την πόρτα.

Εν τω μεταξύ τα άλλα δύο παιδιά, ο Μήτσος και η μικρή κόρη, παντρεύτηκαν στο χωριό και έκαναν καλές και μεγάλες οικογένειες. Η γυναίκα του Πέτρου τον είχε ξεγράψει οριστικά και ασχολιόταν με το να βοηθάει τα παιδιά και τα εγγόνια της. Στην κατοχή σταμάτησαν και εκείνες οι σποραδικές πληροφορίες από γνωστούς που γυρνούσαν και είχαν δει ή είχαν ακούσει κάτι για τον Πέτρο.

Τα χρόνια του εμφυλίου με τα χίτικα ήταν πολύ σκληρά και αιματηρά στην Μάνη. Ο Μήτσος τα μεγάλα αγόρια για να μην τα στρατολογήσουν είτε οι μεν είτε οι δε τα είχε στείλει στην Αθήνα για να μάθουν τέχνη, ο ένας μάλιστα ήταν και φοιτητής στην Ανωτάτη Εμπορική. Τον έτρωγε πολύ όμως η μεγάλη κόρη. Είκοσι ενός χρονών, μεγάλωνε επικίνδυνα. Η πρόσκληση της αδελφής του ίσχυε από καιρό. Το πήρε απόφαση. Τέλη του 1950, αρχές του 51 πήραν το πλοίο για Νέα Υόρκη. Σκοπός του όμως ήταν είτε να γυρίσει άμεσα πίσω, είτε να φέρει όλη την οικογένεια στην Αμερική. Τα μικρότερα (από τα επτά) παιδιά του άλλωσε ήταν πολύ μικρά και δεν είχε σκοπό να γίνει σαν τον πατέρα του.

Μετά την εγκατάσταση του εκεί και αφού τακτοποιήθηκε και άρχισε να φαίρνει σταδιακά και την υπόλοιπη οικογένεια αποφάσισε να πραγματοποιήσει την επιθυμία της μάνας του την οποία είχε αγνοήσει η αδελφή του. Να βρει τον πατέρα του. Έστειλε επιστολές σε κάποιες διευθύνσεις στο Σικάγο που είχε μάθει σε διάφορες στιγμές ότι έμενε ο πατέρας του, αλλά επέστρεφαν ως “αγνώστου παραλήπτη”. Είχε αρχίσει να απογοητεύεται. Μια μέρα στο εστιατόριο που δούλευε στο Flatbush του Brooklyn κάποιος συγχωριανός του είπε ότι τον είχε δει και έπρεπε να έμενε σε μία νέα διεύθυνση. Δεν έχασε χρόνο. Έστειλε καινούργια επιστολή και περίμενε. Μετά από δύο-τρεις μήνες που δεν έλαβε καμία απάντηση, ούτε καν το “ αγνώστου παραλήπτη” - αυτό ήταν που τον ενθάρρυνε και του έδινε ελπίδα - έστειλε και δεύτερο και τρίτο και τέταρτο γράμμα. Καμία απάντηση. Περίπου ένα χρόνο αργότερα και ενώ είχε ήδη γίνει short order cook στο εστιατόριο είδε από το παράθυρο έναν γεράκο να τον παρακολουθεί. Στην αρχή νόμιζε ότι απλά κοιτούσε μέσα αλλά μετά αντιλήφθηκε ότι ο γέροντας κοιτούσε αποκλειστικά αυτόν. Έβγαλε την ποδιά του και πήγε να του μιλήσει. Μόλις βγήκε έξω όμως ο παππούς είχε εξαφανισθεί. Μπαίνοντας ξανά μέσα άκουσε ένα πελάτη να μιλάει για ένα γεροντάκι που είχε δει να απομακρύνεται από το εστιατόριο με δάκρυα στα μάτια.

Καλό Καλοκαίρι

Η Ιστορία βασίζεται σε αληθινά γεγονότα

*μπουζοπούλα=γουρουνοπούλα

**δημοσιά=δημόσιο δρόμος

***πινότσια=φυστίκια από το peanuts